«Δεν μπορείς να πεις ότι επέστρεψα. Γιατί δεν φεύγεις ποτέ. Εγώ έφυγα για 15 χρόνια. Και ξαναγύρισα τώρα στα γεράματα. Τότε δεν με ένοιαζε. Τώρα κάθε άντρας που περνάει είναι μέσα μου σφραγίδα πυρωμένη». Κάτω από το παλιό τραπέζι της κουζίνας είχε αφήσει τις παντόφλες της. Κάτι σατέν παντόφλες με ξεφτισμένες φούντες. «Αχ, μανουλίτσα μου», αναφώνησε, σκύβοντας να τις πάρει.
«Εχω θέμα με τη μέση μου», είπε βγάζοντας τις γόβες. «Η γριά δεν είχε δόντια κι ήθελε παξιμάδια. Την ξέρεις αυτή την παροιμία;». Η Βίκυ, η Πελοποννήσια, έχει α λλάξει 5 ονόματα - όσα και «σπίτια». Είναι μητέρα ενός παιδιού που σπουδάζει στο εξωτερικό και παρόλο που δεν της φαίνεται, έχει περάσει τα 40. Πριν από 8 μήνες, έπιασε δουλειά σε οίκο ανοχής. Είναι μία από τις περίπου 400 Ελληνίδες εκδιδόμενες που νόμιμα εργάζονται σε «σπίτια» της Αθήνας: «νόμιμη, με ΙΚΑ και κλινικές εξετάσεις ανά 15 μέρες, εργαστηριακές ανά δίμηνο. Και με υπευθυνότητα. Αυτό να γράψεις!». Επί 15 χρόνια δούλευε ως υπάλληλος σε συνεργεία καθαρισμού.
Ανεργία
«Πέρσι διακόπηκε η σύμβαση με τα καταστήματα μιας μεγ� �λης τράπεζας. "Μένεις με 250 ευρώ και πληρώνεις την ασφάλειά σου;" με ρώτησαν. Αυτή για μένα είναι ξεφτίλα. Οχι αυτό που κάνω τώρα», μου είχε πει στο τηλέφωνο. Σάββατο πρωί δώσαμε ραντεβού: «Θα περάσεις το γατόσπιτο και θα μου κάνεις μια αναπάντητη. Να ξέρω ότι πλησιάζεις». Το γατόσπιτο είναι ένας από τους παλαιότερους οίκους ανοχής, στην οδό Πιπίνου. Η φήμη που το ακολουθεί λέει ότι εκεί έχουν μεγαλώσει γενεές γατών, πολλές από τις οποίες κάνουν πασαρέλα μέσα στο «σπίτι» μαζί με τις κοπέλες. Κοπέλες τιμής ένεκεν. Λέγεται ότι η νεότερη σήμ ερα είναι 50 ετών.
Μία δεκαετία νεότερη, δηλαδή, από τη μαντάμ ενός άλλου «σπιτιού» στην ίδια γειτονιά. Τη βρήκαμε στην κουζίνα, σκυμμένη πάνω από μια κατσαρόλα που άχνιζε.
«Η κοπέλα; Δικιά σου;» ρώτησε τη Βίκυ. «Ναι, ξαδέρφη μου, ήρθε να τη βοηθήσω με δουλειά». Με γάζωσε γρήγορα με το βλέμμα της και συνέχισε να ανακατεύει το φαγητό. «Φασολάκια κοκκινιστά», είπε και ακούστηκε σαν διαταγή στα κουτάβια που κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα στην ξεθωριασμένη αφίσα του τοίχου. «Χωριανές είστε;». «Οχι, από το διπλανό χωριό. Ασε μας μόνες, ματρόσκ α μου. Θα κοιτάξω το φαγητό», την καθησύχασε η Βίκυ φιλώντας τη στο μπράτσο. Η μαντάμ έφυγε από την πόρτα της κουζίνας, χρησιμοποιώντας μια αρμαθιά κλειδιά για μπεγλέρι.
Η Βίκυ άναψε τσιγάρο, Assos άφιλτρο.
«Ρώτα με», είπε.- «Με πόσους άντρες πήγες σήμερα;». - «Με 9. Στα νιάτα μου πήγαινα με 30».
Οι απολαβές της τώρα ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ το μήνα. Θα μπορούσε, όπως λέει, «να δουλέψω ιδιωτικά, να βάλω μια αγγελία στην εφημερίδα. Γνωρίζω κάποιες που βγάζουν περισσότερα χρήματα έτσι. Γνωρίζω όμως 2-3 σπίτια. Αυτός είναι ο χώρος όπου μπορ� � να λειτουργήσω. Νιώθω προστατευμένη εδώ, αν και μη νομίζεις ότι έχει γοητεία. Δράμα έχει! Περνάει από πάνω σου όλη η Αλβανία, η Ρουμανία και το Πακιστάν. Οι Πακιστανοί θέλουν και φιλιά. "Φύγε, ρε. Εδώ δεν κάνουμε έρωτα. Σεξ κάνουμε και μόνο", τους λέω. Ας πάνε αλλού. Δεν είμαστε όλες για όλα».
Πριν από σχεδόν 3 δεκαετίες, μια εφηβική τρέλα την ανάγκασε να φύγει από την επαρχία στη θεία της στην Αθήνα. «Απόφαση της μάνας μου», λέει η ίδια. Η πρώτη της δουλειά ήταν στο πολυκατάστημα Μινιόν. «Δεν ήμουν ακόμα 18 κι έπιασα τον πρώτο μου μισθό. Καλ� � λεφτά. Είπα τότε "καιρός να ανοίξεις τα φτερά σου, Βικάκι". Νοίκιασα στην Κυψέλη. Μπήκα μέσα με 5 ρούχα κι ένα ξύλινο μαχαίρι, που μου είχε δώσει ο παππούς μου. Πολλές φορές το έστρεψα στον εαυτό μου, με ιδιαίτερη επιτυχία θα έλεγα. Και σήμερα είμαι εδώ που είμαι». Στα 20 της είχε ήδη μπει στη δουλειά. «Τι πώς; Στην αρχή για λίγο. Ηταν πολλά τα λεφτά τότε.
Για λίγο...
Είπα για λίγο και βγαίνω. Λένε ότι είναι σαν τη ρουλέτα. Βλακείες. Αν έβρισκα δουλειά αλλού, θα έφευγα τώρα. Ετσι όπως έφυγα κάποτε, στον 2ο μήνα της εγκυμοσύνης μου. Ε� �χα πει τότε "Βικάκι, αρκετά κοπέλα μου!"» εξομολογείται και συνεχίζει: «Εχεις το παιδί σου. Θες να μεγαλώσεις το παιδί σου με αξιοπρέπεια; Τώρα το ερώτημα είναι ''θες να μεγαλώσεις το παιδί σου;''» λέει η ίδια. Συχνά φοβάται μήπως το μάθει ο γιος της. «Το σκέφτομαι κανένα βράδυ και τρελαίνομαι. Το παιδί βέβαια δεν έχει σχέση με αυτό το χώρο. Ούτε ξυστά δεν έχει περάσει από αυτές τις γειτονιές. Καλός μαθητής, ξέρει τι τράβηξα να τον μεγαλώσω και τώρα τον έστειλα στο εξωτερικό. Αυτός θα γλιτώσει, το ορκίστηκα στον Θεό και στον Διάβολο μαζί».
Σύμφωνα με τη Βίκυ, «σπανίως Ελληνίδες ξεκινούν να δουλεύουν σε σπίτια. Οποια σου λέει ότι είναι Ελληνίδα, είναι Αλβανίδα μεγαλωμένη στην Ελλάδα. Υπάρχουν οι φτηνές, οι ξένες. Υπάρχει μια αύξηση, από ό,τι ακούω, στις Ελληνίδες που βάζουν αγγελίες για δουλειά. Κι εκεί παίρνεις τα διπλά. Ομως εδώ νιώθω ασφαλής, στον περιορισμένο χώρο που λειτουργεί υπό την επίβλεψη κάποιου».
«Εχω θέμα με τη μέση μου», είπε βγάζοντας τις γόβες. «Η γριά δεν είχε δόντια κι ήθελε παξιμάδια. Την ξέρεις αυτή την παροιμία;». Η Βίκυ, η Πελοποννήσια, έχει α λλάξει 5 ονόματα - όσα και «σπίτια». Είναι μητέρα ενός παιδιού που σπουδάζει στο εξωτερικό και παρόλο που δεν της φαίνεται, έχει περάσει τα 40. Πριν από 8 μήνες, έπιασε δουλειά σε οίκο ανοχής. Είναι μία από τις περίπου 400 Ελληνίδες εκδιδόμενες που νόμιμα εργάζονται σε «σπίτια» της Αθήνας: «νόμιμη, με ΙΚΑ και κλινικές εξετάσεις ανά 15 μέρες, εργαστηριακές ανά δίμηνο. Και με υπευθυνότητα. Αυτό να γράψεις!». Επί 15 χρόνια δούλευε ως υπάλληλος σε συνεργεία καθαρισμού.
Ανεργία
«Πέρσι διακόπηκε η σύμβαση με τα καταστήματα μιας μεγ� �λης τράπεζας. "Μένεις με 250 ευρώ και πληρώνεις την ασφάλειά σου;" με ρώτησαν. Αυτή για μένα είναι ξεφτίλα. Οχι αυτό που κάνω τώρα», μου είχε πει στο τηλέφωνο. Σάββατο πρωί δώσαμε ραντεβού: «Θα περάσεις το γατόσπιτο και θα μου κάνεις μια αναπάντητη. Να ξέρω ότι πλησιάζεις». Το γατόσπιτο είναι ένας από τους παλαιότερους οίκους ανοχής, στην οδό Πιπίνου. Η φήμη που το ακολουθεί λέει ότι εκεί έχουν μεγαλώσει γενεές γατών, πολλές από τις οποίες κάνουν πασαρέλα μέσα στο «σπίτι» μαζί με τις κοπέλες. Κοπέλες τιμής ένεκεν. Λέγεται ότι η νεότερη σήμ ερα είναι 50 ετών.
Μία δεκαετία νεότερη, δηλαδή, από τη μαντάμ ενός άλλου «σπιτιού» στην ίδια γειτονιά. Τη βρήκαμε στην κουζίνα, σκυμμένη πάνω από μια κατσαρόλα που άχνιζε.
«Η κοπέλα; Δικιά σου;» ρώτησε τη Βίκυ. «Ναι, ξαδέρφη μου, ήρθε να τη βοηθήσω με δουλειά». Με γάζωσε γρήγορα με το βλέμμα της και συνέχισε να ανακατεύει το φαγητό. «Φασολάκια κοκκινιστά», είπε και ακούστηκε σαν διαταγή στα κουτάβια που κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα στην ξεθωριασμένη αφίσα του τοίχου. «Χωριανές είστε;». «Οχι, από το διπλανό χωριό. Ασε μας μόνες, ματρόσκ α μου. Θα κοιτάξω το φαγητό», την καθησύχασε η Βίκυ φιλώντας τη στο μπράτσο. Η μαντάμ έφυγε από την πόρτα της κουζίνας, χρησιμοποιώντας μια αρμαθιά κλειδιά για μπεγλέρι.
Η Βίκυ άναψε τσιγάρο, Assos άφιλτρο.
«Ρώτα με», είπε.- «Με πόσους άντρες πήγες σήμερα;». - «Με 9. Στα νιάτα μου πήγαινα με 30».
Οι απολαβές της τώρα ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ το μήνα. Θα μπορούσε, όπως λέει, «να δουλέψω ιδιωτικά, να βάλω μια αγγελία στην εφημερίδα. Γνωρίζω κάποιες που βγάζουν περισσότερα χρήματα έτσι. Γνωρίζω όμως 2-3 σπίτια. Αυτός είναι ο χώρος όπου μπορ� � να λειτουργήσω. Νιώθω προστατευμένη εδώ, αν και μη νομίζεις ότι έχει γοητεία. Δράμα έχει! Περνάει από πάνω σου όλη η Αλβανία, η Ρουμανία και το Πακιστάν. Οι Πακιστανοί θέλουν και φιλιά. "Φύγε, ρε. Εδώ δεν κάνουμε έρωτα. Σεξ κάνουμε και μόνο", τους λέω. Ας πάνε αλλού. Δεν είμαστε όλες για όλα».
Πριν από σχεδόν 3 δεκαετίες, μια εφηβική τρέλα την ανάγκασε να φύγει από την επαρχία στη θεία της στην Αθήνα. «Απόφαση της μάνας μου», λέει η ίδια. Η πρώτη της δουλειά ήταν στο πολυκατάστημα Μινιόν. «Δεν ήμουν ακόμα 18 κι έπιασα τον πρώτο μου μισθό. Καλ� � λεφτά. Είπα τότε "καιρός να ανοίξεις τα φτερά σου, Βικάκι". Νοίκιασα στην Κυψέλη. Μπήκα μέσα με 5 ρούχα κι ένα ξύλινο μαχαίρι, που μου είχε δώσει ο παππούς μου. Πολλές φορές το έστρεψα στον εαυτό μου, με ιδιαίτερη επιτυχία θα έλεγα. Και σήμερα είμαι εδώ που είμαι». Στα 20 της είχε ήδη μπει στη δουλειά. «Τι πώς; Στην αρχή για λίγο. Ηταν πολλά τα λεφτά τότε.
Για λίγο...
Είπα για λίγο και βγαίνω. Λένε ότι είναι σαν τη ρουλέτα. Βλακείες. Αν έβρισκα δουλειά αλλού, θα έφευγα τώρα. Ετσι όπως έφυγα κάποτε, στον 2ο μήνα της εγκυμοσύνης μου. Ε� �χα πει τότε "Βικάκι, αρκετά κοπέλα μου!"» εξομολογείται και συνεχίζει: «Εχεις το παιδί σου. Θες να μεγαλώσεις το παιδί σου με αξιοπρέπεια; Τώρα το ερώτημα είναι ''θες να μεγαλώσεις το παιδί σου;''» λέει η ίδια. Συχνά φοβάται μήπως το μάθει ο γιος της. «Το σκέφτομαι κανένα βράδυ και τρελαίνομαι. Το παιδί βέβαια δεν έχει σχέση με αυτό το χώρο. Ούτε ξυστά δεν έχει περάσει από αυτές τις γειτονιές. Καλός μαθητής, ξέρει τι τράβηξα να τον μεγαλώσω και τώρα τον έστειλα στο εξωτερικό. Αυτός θα γλιτώσει, το ορκίστηκα στον Θεό και στον Διάβολο μαζί».
Σύμφωνα με τη Βίκυ, «σπανίως Ελληνίδες ξεκινούν να δουλεύουν σε σπίτια. Οποια σου λέει ότι είναι Ελληνίδα, είναι Αλβανίδα μεγαλωμένη στην Ελλάδα. Υπάρχουν οι φτηνές, οι ξένες. Υπάρχει μια αύξηση, από ό,τι ακούω, στις Ελληνίδες που βάζουν αγγελίες για δουλειά. Κι εκεί παίρνεις τα διπλά. Ομως εδώ νιώθω ασφαλής, στον περιορισμένο χώρο που λειτουργεί υπό την επίβλεψη κάποιου».
Πηγή: http://www.eglimatikotita.gr/

No comments:
Post a Comment